Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Η τοποθέτηση του προέδρου της ΕΣΗΕΑ Δημήτρη Τρίμη στην ημερίδα του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ για τα “ΜΜΕ και το νεοναζισμό στην Ελλάδα”

Φίλες και φίλοι,
Σας καλωσορίζω εκ μέρους της ΕΣΗΕΑ και του Μορφωτικού της Ιδρύματος στην ημερίδα “Τα ΜΜΕ και το φαινόμενο του νεοναζισμού”, την οποία οι υπεύθυνοι για τη διοργάνωση συνάδελφοι είχαν τα αντανακλαστικά να σχεδιάσουν – σε μία συγκυρία κατά την οποία οι απειλές για τη δημοκρατία πολλαπλασιάζονται και η οργάνωση των αντιστάσεών μας, ως πολιτών και ανθρώπων της ενημέρωσης, επείγει.
Ναι, επείγει, διότι εν μέσω πολιτικών κοινωνικής κατεδάφισης τα εφιαλτικά ιστορικά προηγούμενα δραπετεύουν από τις σελίδες των συγγραμμάτων και γίνονται καθημερινή υπόθεση του δρόμου. Ακόμη και στο χθεσινό άρθρο του στους Φαϊνάσιαλ Τάιμς όπου ο Γκίντεον Ράχμαν καθησυχαστικά μας διαβεβαίωνε ότι “οι λαοί της Ευρώπης στρέφονται εν μέσω κρίσης στους κωμικούς και όχι στους φασίστες”, υποχρεωνόταν να αναγνωρίσει σε αυτό μία εξαίρεση: την Ελλάδα.
Υπάρχουν ήδη κάποιοι οι οποίοι αναγνώρισαν τον εαυτό τους σε ό,τι ο τίτλος της ημερίδας μας περιγράφει γενικά ως “νεοναζιστική πρόκληση”. Σε χθεσινή ανάρτηση στην ιστοσελίδα της “Χρυσής Αυγής” οι συμμετέχοντες στη σημερινή ημερίδα περιγράφονται – παραθέτω- ως “θλιβερός εσμός ετερόκλητων, υποτίθεται, στοιχείων που τους ενώνει αναμβισβήτητα το μίσος για την Ελλάδα και την ιδεολογικοπολιτική της έκφραση, τη Χρυσή Αυγή”, ενώ οι απόψεις σας προεξοφλείται, προτού καν κατατεθούν, ότι είναι “από λαομίσητες έως αδιάφορες στην κοινωνική συνείδηση”.
Οπότε ήδη με αυτό το… ιδιόμορφο καλωσόρισμα, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η συζήτησή μας εδώ θα είναι κάθε άλλο παρά ακαδημαϊκή.
Στην ίδια ανάρτηση, κατηγορείται το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ ότι ζήλεψε τη δόξα των σταλινικών εισαγγελέων και των λαϊκών δικαστηρίων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, εφόσον στην ημερίδα μας δεν δίνεται ο λόγος στην ίδια τη Χρυσή Αυγή. Λυπούμαστε πολύ: η ψευδεπίγραφη λογική των ίσων αποστάσεων μας είναι ξένη και δεν μπορούμε να φανταστούμε κανέναν διάλογο του έναρθρου με το άναρθρο.
Άλλωστε αυτό ακριβώς είναι ένα από τα θέματα στα οποία πρέπει σήμερα κατεξοχήν να σταθούμε: το πώς δηλαδή στο υφιστάμενο μιντιακό τοπίο, με τις γνωστές στρεβλώσεις, οι κραυγές του νεοναζισμού δεν συναντούν επαρκή αντίλογο, παρά μόνο μια αντίδραση που κυμαίνεται από την αμηχανία στη συνηγορία.
Οι στρεβλώσεις για τις οποίες μιλώ, δεν αποτέλεσαν μόνο τη ρωγμή από την οποία ο νεοναζισμός μπόρεσε να διεισδύσει στη δημόσια συζήτηση, αλλά χρησιμοποιούνται αναδρομικά για την περαιτέρω νομιμοποίησή του. “Εμείς αγωνιζόμαστε για την Πατρίδα και τον Λαό, ενώ αυτοί για τις εξυπηρετήσεις του συστήματος στο οποίο ανήκουν με δουλοπρεπή συνέπεια” διαβάζουμε στη χθεσινή ανάρτηση της Χρυσής Αυγής. Με αυτή την έννοια, η νεοναζιστική πρόκληση, εκτός από το να συμπυκνώνει μιας σειρά από κοινούς τόπους της καθημερινής “εθνικής ιδεολογίας”, καθρεφτίζει μπροστά στους ανθρώπους της ενημέρωσης τις ευθύνες τους για υστερήσεις στην υπεράσπιση της δημογραφικής ανεξαρτησίας και δεοντολογίας που κινδυνεύουν να αποβούν μοιραίες κερκόπορτες.
Πριν από λίγους μήνες, η προκλητική απάντηση που έδωσα αυθόρμητα στο ερώτημα “Πώς πρέπει να στέκονται τα μέσα ενημέρωσης απέναντι στο φαινόμενο της Χρυσής Αυγής;” ήταν : να πάψουν καταρχήν να λειτουργούν ως συνήγοροι και ανάδοχοι της νεοναζιστικής συμμορίας. Με απλούστερα λόγια: να λειτουργήσουν δημοσιογραφικά, ερευνητικά και με σεβασμό της δεοντολογίας.
Επιτρέψτε μου να επαναλάβω το σκεπτικό εκείνης της τοποθέτησής μου:
Η εκ πρώτης όψεως βαριά κατηγορία ότι τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης συντελούν στην προβολή του ακροδεξιού μορφώματος, συμμετέχοντας αποφασιστικά στη δημιουργία του πολιτικού του μύθο, επιβεβαιώνεται από την προηγούμενη στάση τους και σε άλλες σφαίρες της δημόσιας συζήτησης και απηχεί όχι τόσο κάποιον συνειδητό πολιτικό σχεδιασμό όσο την ρηχότητα που αναδεικνύεται σε μόνιμο αντανακλαστικό τους. Διότι, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Αντώνης Έλληνας, «το πολιτικό ρεπερτόριο της Άκρας Δεξιάς ικανοποιεί τη δίψα των μέσων ενημέρωσης για αισθησιακές, απλοποιημένες, προσωποποιημένες ιστορίες».
Ποιες αντιστάσεις στην προπαγάνδα της Χρυσής Αυγής θα μπορούσε αλήθεια να περιμένει κανείς από ένα επικοινωνιακό τοπίο όπου έχει το ελεύθερο ο ανορθολογισμός κάθε είδους, η χονδροειδής απλούστευση της πολιτικής και της ιστορίας, η υποκατάσταση της ανάλυσης από τη συνομωσιολογία, η απόδοση στους «εχθρούς του έθνους» όλων των σημερινών δεινών μας και η προβολή της βίας ως μοναδικής διεξόδου; Όπου κυριαρχεί η απαξίωση της δημοσιογραφίας και των ανθρώπων της και ανθεί η λογική της αντιγραφής δελτίων τύπου; Όπου έμπειροι τηλεαστέρες με ασυγχώρητη προχειρότητα εισπράττουν τα ψεύδη της Χρυσής Αυγής χωρίς να είναι σε θέση να αντιτάξουν τον παραμικρό αντίλογο;  Όπου ο φασισμός του lifestyle βρήκε χωρίς καθυστέρησε τον φυσικό συνομιλητή του στους Χρυσαυγίτες, οι οποίοι προσκαλούνται σε «χαλαρές», απενοχοποιητικές συζητήσεις στα μεσημεριανάδικα και τις βραδινές τηλεοπτικές εκπομπές; Όπου, από την άλλη πλευρά, η υπόθεση της βίλλας «Υπατία» ξεσήκωνε έναν μιντιακό ορυμαγδό υστερικό σε τόνο, μονόπλευρο σε περιεχόμενο και παραπλανητικό στην εστίαση;.
Ο προβληματισμός για την κάλυψη της «Χρυσής Αυγής» ταλαντεύθηκε ανάμεσα στην «σώφρονα» αποσιώπηση προεκλογικά, ώστε να «μην της δοθεί έδαφος», και την αφελή και υπεραισιόδοξη, όπως αποδείχθηκε, προσδοκία μετεκλογικά ότι η έκθεση στη δημοσιότητα θα «κάψει» το νεοναζιστικό μόρφωμα.
Όμως η σιωπή, ενόσω η δράση της Χρυσής Αυγής ήταν ήδη φονική, συνιστούσε συνενοχή. Ενώ η δημοσιοποίηση, είναι στρεβλή και λειψή, όσο εξακολουθεί να υπαγορεύεται, ως μήνυμα και ατζέντα, από την ίδια την ακροδεξιά οργάνωση: οι τραμπουκισμοί στη Ραφήνα και το Μεσολόγγι είναι εικόνες που η ίδια η Χρυσή Αυγή αποφάσισε να μεταδώσει και αποτελούν μόνο την κορφή του παγόβουνου. Αντίθετα οι νυχτερινές επιδρομές, τα πογκρόμ και τα λιντσαρίσματα ακόμη αναζητούν τη θέση τους στο δελτίο ειδήσεων (ή και το δελτίο συμβάντων της Αστυνομίας).
Την ίδια στιγμή, τα συμφραζόμενα, που είναι καθήκον της δημοσιογραφίας να τα προσφέρει, απουσιάζουν τραγικά: λ.χ. ότι η Χρυσή Αυγή έγινε πρώτη φορά πανελληνίως γνωστή πριν από 15 χρόνια (όταν το μεταναστευτικό δεν είχε τα σημερινά χαρακτηριστικά και δεν έδειχνε να την αφορά) για φονική επίθεση εναντίον αριστερών συνδικαλιστών φοιτητών. Ότι ο Άρειος Πάγος έχει αποφασίσει τελεσίδικα πως οργανωμένη δεκαμελής φάλαγγα της οργάνωσης εκτέλεσε δολοφονική απόπειρα. Ότι ο γραμματέας της οργάνωσης έχει καταδικασθεί για βομβιστικές επιθέσεις στη μεταπολίτευση και έχει καταγγελθεί ως έμμισθος της ΕΥΠ. Ότι οι πηγές χρηματοδότησής της και η επιχειρησιακή της εκπαίδευση ανοίγουν μια ενδιαφέρουσα οδό δημοσιογραφικής έρευνας. Ότι οι διεθνείς της διασυνδέσεις φθάνουν μέχρι τον μαζικό δολοφόνο Μπρέιβικ της Νορβηγίας – κατά ισχυρισμό του ιδίου.
Αλλά και το τελευταίο διάστημα, που ο επίσημος λόγος αίφνης έδειξε σημάδια μεταστροφής, η ευαισθητοποίηση για τη Χρυσή Αυγή αποδεικνύεται «εργαλειακή» και η στόχευση κοινή με αυτήν της νεοναζιστικής συμμορίας: η φιλολογία περί «της βίας των δύο άκρων» ήταν εξάλλου εκείνη που έθρεψε τόσα χρόνια την ανοχή του πολιτικού συστήματος απέναντι στην καταφανώς παράνομη δραστηριότητα της οργάνωσης.
Και το πιο ανησυχητικό: τα συμβατικά μέσα ενημέρωσης (ούτως ή άλλως αναξιόπιστα στα μάτια των πολλών, λόγω της διαπλοκής και της μνημονιακής «στράτευσής» τους) δεν αποτελούν καν το προνομιακό πεδίο άσκησης επικοινωνιακής πολιτικής για τη Χρυσή Αυγή Μια επιπόλαιη ματιά στα social media, με τις δικές τους παθογένειες, αρκεί για να το πιστοποιήσει.
Σε καλωσορίζω λοιπόν και πάλι και σας ευχαριστώ για την παρουσία σας εδώ, ιδίως τους συναδέλφους εισηγητές, οι οποίοι “μετά λόγου γνώσεως” θα μας βοηθήσουν να προσανατολιστούμε σε μία συζήτηση στην οποία μέχρι τώρα φοβάμαι ότι κυριαρχεί η ανευθυνότητα και η προχειρολογία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου